Η ιντερλευκίνη 5 (IL-5) έχει περιγραφεί και ως αυξητικός παράγοντας II των Β-κυττάρων εξαιτίας της επαγωγής προς πολλαπλασιασμό και έκκριση ανοσοσφαιρινών από τα ενεργοποιημένα Β κύτταρα. Ανήκει στην ομάδα των κυτοκινών που περιλαμβάνει την IL-3, την IL-5 και το GM-CSF. Πολλές άλλες δραστηριότητες έχουν επιπλέον αποδοθεί σε αυτήν την κυτοκίνη, συμπεριλαμβανομένων της ανάπτυξης και διαφοροποίησης των ηωσινοφίλων από τα βλαστικά κύτταρα του μυελού των οστών, της επαγωγής της έκφρασης του μεμβρανικού υποδοχέα IL-2R σε ενεργοποιημένα κύτταρα Β και της αύξησης της έκκρισης IgA από LPS-διεγερμένα Β-κύτταρα. Η IL-5 παράγεται από τον Th2 υποπληθυσμό των βοηθητικών T-κυττάρων, ενώ μικρότερες ποσότητες εκκρίνονται από τα ενεργοποιημένα ηωσινόφιλα και τα σιτευτικά κύτταρα. Το φάσμα των βιολογικών δραστηριοτήτων της IL-5 στα Β κύτταρα καθώς και άλλους τύπους κυττάρων, υποδηλώνει ότι η IL-5 παίζει σημαντικό λειτουργικό ρόλο στις δραστηριότητες των Th2 κυττάρων. Η IL-5 είναι μια πολύ γλυκοζυλιωμένη γλυκοπρωτεΐνη με μοριακό βάρος από 45 έως 60 kDa.
Στον άνθρωπο, η IL-5 επηρεάζει κυρίως τα κύτταρα της ηωσινοφιλικής σειράς και προάγει την διαφοροποίηση, την ωρίμανση, την ενεργοποίηση, την μετανάστευση και την επιβίωση τους. Μολονότι η ηωσινοφιλική διήθηση των πνευμόνων είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του αλλεργικού άσθματος που μπορεί να οφείλεται στην IL-5, η θεραπευτική χορήγηση αντι-IL-5 αντισωμάτων δεν φάνηκε να μεταβάλει τα συμπτώματα του άσθματος σε κλινικές δοκιμές. Η χορήγηση αντι-ΙL-5 αντισωμάτων μπορεί ωστόσο, να μειώσει τα κυκλοφορούντα ηωσινόφιλα κατά 50% και έχει δείξει καλή αποτελεσματικότητα στη θεραπευτική αντιμετώπιση του υπερηωσινοφιλικού συνδρόμου. Η IL-5 έχει επίσης αναφερθεί ότι είναι ένας παράγοντας διαφοροποίησης των βασεόφιλων και μπορεί να προάγει τα βασεόφιλα να εκκρίνουν ισταμίνη και λευκοτριένια.
