Η εξέταση αφορά την ανίχνευση αυτοαντισωμάτων κατά της σεληνοπρωτεΐνης P στον ορό, τα οποία παρεμβαίνουν στη φυσιολογική μεταφορά και κυτταρική αξιοποίηση του σεληνίου. Η σεληνοπρωτεΐνη P αποτελεί τον κύριο μεταφορέα του σεληνίου από το ήπαρ προς τους περιφερικούς ιστούς, μέσω ειδικών υποδοχέων. Η παρουσία αυτοαντισωμάτων μπορεί να εμποδίζει τη σύνδεση της σεληνοπρωτεΐνης P με αυτούς τους υποδοχείς, οδηγώντας σε μειωμένη κυτταρική πρόσληψη σεληνίου, ακόμη και όταν τα συνολικά επίπεδα στον ορό είναι φυσιολογικά.
Η εξέταση συνιστάται κυρίως σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται μη αναμενόμενα χαμηλή ανταπόκριση σε συμπληρωματική χορήγηση σεληνίου, υποψία λειτουργικής ανεπάρκειας ή συνεχιζόμενα συμπτώματα όπως κόπωση, παρά την επαρκή διατροφική πρόσληψη και φυσιολογικές τιμές τόσο του σεληνίου, όσο και της σεληνοπρωτεΐνης P (SelP).
Η μέτρηση ελέγχει την παρουσία IgG αυτοαντισωμάτων έναντι της σεληνοπρωτεΐνης P (SelP) στον ορό. Παρότι πρόκειται για εξειδικευμένη εξέταση, συμβάλλει καθοριστικά στην πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση της βιοδιαθεσιμότητας του σεληνίου, ιδίως σε περιπτώσεις με δυσανάλογη συμπτωματολογία σε σχέση με τα κλασικά βιοχημικά ευρήματα.
Ερμηνεία
Η παρουσία αυτοαντισωμάτων έναντι της σεληνοπρωτεΐνης P αποτελεί ένδειξη ανοσολογικής παρεμβολής στη φυσιολογική λειτουργία της πρωτεΐνης. Τα αυτοαντισώματα αυτά ενδέχεται να παρεμποδίζουν τη σύνδεση της σεληνοπρωτεΐνης P με τους κυτταρικούς υποδοχείς της, με αποτέλεσμα το σελήνιο να μην φτάνει αποτελεσματικά στους ιστούς που το χρειάζονται. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε λειτουργική ανεπάρκεια σεληνίου, ακόμη και όταν τα επίπεδα της σεληνοπρωτεΐνης P ή συνολικού σεληνίου στον ορό εμφανίζονται φυσιολογικά.
Η θετική ανίχνευση αυτοαντισωμάτων κατά της σεληνοπρωτεΐνης P δεν αποτελεί αυτοτελή διάγνωση, αλλά ενισχυτικό εργαστηριακό εύρημα που υποδεικνύει τη δυσλειτουργική αξιοποίηση του σεληνίου σε επίπεδο κυττάρων και ιστών. Το εύρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνυπάρχουν:
- μειωμένη παραγωγή Τ3
- εμμένουσα κόπωση ή μειωμένη μιτοχονδριακή λειτουργία
- ανεπαρκής ανταπόκριση στη συμπληρωματική χορήγηση σεληνίου
Η ερμηνεία της εξέτασης πρέπει να γίνεται πάντοτε στο κλινικό πλαίσιο του εξεταζομένου, σε συνδυασμό με άλλους λειτουργικούς δείκτες (όπως η σεληνοπρωτεΐνη P, η ελεύθερη Τ3, οι δείκτες φλεγμονής ή η ενεργειακή κατάσταση).
Διαγνωστική Αξία της Εξέτασης
Η ανίχνευση αυτοαντισωμάτων έναντι της σεληνοπρωτεΐνης P αποτελεί εξειδικευμένο εργαλείο αξιολόγησης της λειτουργικής αξιοποίησης του σεληνίου από τον οργανισμό. Η εξέταση βρίσκει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπου η συμπτωματολογία ή η βιοχημική εικόνα δεν εξηγείται επαρκώς από τα επίπεδα του συνολικού σεληνίου ή της σεληνοπρωτεΐνης P. Σε τέτοια πλαίσια, η παρουσία των αυτοαντισωμάτων μπορεί να αποκαλύψει τον υποκείμενο μηχανισμό δυσλειτουργικής διανομής και πρόσληψης σεληνίου, ο οποίος δεν αποτυπώνεται σε τυπικές αναλύσεις. Η εξέταση έχει ιδιαίτερη αξία σε κλινικές περιπτώσεις όπως οι παρακάτω:
- Δυσλειτουργία θυρεοειδούς με φυσιολογικές τιμές ορμονών. Σε ασθενείς με χρόνια κόπωση, υποψία υποθυρεοειδισμού ή δυσλειτουργία μετατροπής Τ4 σε Τ3, παρά τη φυσιολογική TSH ή Τ4, η παρουσία αυτοαντισωμάτων κατά της σεληνοπρωτεΐνης P μπορεί να υποδεικνύει τοπική ανεπάρκεια σεληνίου στον θυρεοειδή, λόγω παρεμπόδισης της λειτουργίας της σεληνοπρωτεΐνης P. Η εξέταση συμβάλλει στη διαφορική διάγνωση θυρεοειδικής δυσλειτουργίας με φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα.
- Μειωμένη ανταπόκριση σε θεραπεία με σελήνιο. Σε περιπτώσεις όπου η χορήγηση σεληνίου δεν αποφέρει τα αναμενόμενα οφέλη, η εξέταση μπορεί να αποκαλύψει ότι το ιχνοστοιχείο δεν μεταφέρεται αποτελεσματικά στους ιστούς-στόχους. Ιδίως σε άτομα με φυσιολογικά επίπεδα σεληνοπρωτεΐνης P, αλλά με συνεχιζόμενα λειτουργικά συμπτώματα, η ανίχνευση αυτοαντισωμάτων επιτρέπει την πιο στοχευμένη αξιολόγηση.
- Σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και χαμηλής Τ3. Σε ασθενείς με χαμηλή ενεργειακή διαθεσιμότητα, δυσκολίες συγκέντρωσης και μνήμης, μειωμένη μιτοχονδριακή απόδοση ή μειωμένα επίπεδα ελεύθερης Τ3, η παρουσία των αντισωμάτων μπορεί να εξηγεί τη λειτουργική αποσύνδεση μεταξύ προσλαμβανόμενου σεληνίου και κυτταρικής χρήσης του. Η εξέταση υποστηρίζει τη συνολική ενεργειακή αξιολόγηση του ατόμου.
- Ανοσολογική απορρύθμιση και ορμονοεξαρτώμενες νεοπλασίες. Προκαταρκτικά ερευνητικά δεδομένα έχουν συνδέσει τα αυτοαντισώματα κατά της σεληνοπρωτεΐνης P με χειρότερη πρόγνωση σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, υποδηλώνοντας πιθανή σχέση με τον περιορισμό της αντιοξειδωτικής άμυνας του οργανισμού. Παράλληλα, σε περιβάλλοντα έντονης φλεγμονής ή αυτοανοσίας, η εξέταση μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση της ανοσο-μεταβολικής κατάστασης του ασθενούς.
Η εξέταση συστήνεται ως συμπληρωματικό διαγνωστικό εργαλείο, σε συνδυασμό με την ανάλυση της σεληνοπρωτεΐνης P, της ελεύθερης Τ3 και άλλων λειτουργικών δεικτών, και δεν πρέπει να ερμηνεύεται απομονωμένα.
Η αρνητική εξέταση έχει διαγνωστική αξία αποκλεισμού, χωρίς όμως να αποκλείει άλλες αιτίες διαταραχής της πρόσληψης ή της βιολογικής χρήσης του σεληνίου. Αντιθέτως, μια θετική τιμή ενισχύει την υπόνοια ανοσολογικής παρεμπόδισης ενός κρίσιμου μεταβολικού μηχανισμού και μπορεί να εξηγήσει γιατί το σελήνιο δεν "λειτουργεί", παρότι είναι "παρόν". Η εξέταση αυτή δεν αντικαθιστά τις μετρήσεις σεληνίου ή της σεληνοπρωτεΐνης P, αλλά τις συμπληρώνει, ιδιαίτερα σε πολύπλοκες ή ανεξήγητες περιπτώσεις.
Θεραπευτικές Προσεγγίσεις
Οι θεραπευτικές στρατηγικές που σχετίζονται με θετική ανίχνευση αντισωμάτων κατά της σεληνοπρωτεΐνης P εστιάζουν στην κατανόηση και αντιμετώπιση της λειτουργικής παρεμπόδισης της μεταφοράς σεληνίου, που μπορεί να οδηγήσει σε ενδοκυττάρια ανεπάρκεια σεληνίου, ακόμη και όταν η διατροφική πρόσληψη είναι επαρκής.
Η εξέταση αυτή λειτουργεί ως εργαλείο καθοδήγησης για εξατομικευμένες παρεμβάσεις, κυρίως στο πλαίσιο της λειτουργικής και προληπτικής ιατρικής. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πρέπει να ληφθούν υπόψη για την πιθανή τροποποίηση της θεραπείας (π.χ. δόση, μορφή, χρονισμός), η υποστήριξη της θυρεοειδικής και ενεργειακής λειτουργίας, ή η παρακολούθηση της ανταπόκρισης σε ήδη εφαρμοζόμενες παρεμβάσεις, σε περιπτώσεις όπως το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, οι θυρεοειδοπάθειες ή η φλεγμονώδης απορρύθμιση.
Τελευταία ενημέρωση: 20/1/2026
