Ο Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος για το Σύνδρομο Usher χρησιμοποιεί τεχνολογία αλληλούχισης νέας γενιάς (NGS) για την ανάλυση 21 γονιδίων που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher και συναφείς γενετικές διαταραχές. Πρόκειται για στοχευμένο πάνελ γονιδίων, σχεδιασμένο ώστε να υποστηρίζει την ακριβή διάγνωση, την εκτίμηση του κινδύνου και την πρόληψη.
Περισσότερες Πληροφορίες
Ο Πλήρης Γονιδιακός Έλεγχος για το Σύνδρομο Usher αποτελεί μια εξειδικευμένη διαγνωστική εξέταση που στοχεύει στην ανίχνευση μεταλλάξεων σε γονίδια που σχετίζονται με το σύνδρομο Usher, μια σπάνια αλλά σοβαρή κληρονομική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συνδυασμό αισθητηριακής απώλειας ακοής και προοδευτικής απώλειας όρασης λόγω μελαγχρωστικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται επίσης δυσλειτουργία του αιθουσαίου συστήματος, η οποία επηρεάζει την ισορροπία. Ο πλήρης γονιδιακός έλεγχος για το σύνδρομο Usher είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την ταυτοποίηση της γενετικής βάσης της νόσου και την επιβεβαίωση της διάγνωσης σε άτομα που παρουσιάζουν τα κλασικά κλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου, κυρίως κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, όταν εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα.
Το σύνδρομο Usher αποτελεί τη συχνότερη γενετική αιτία συνδυασμένης κώφωσης και τύφλωσης και ταξινομείται σε τρεις κύριους κλινικούς τύπους (I, II και III), ανάλογα με τη βαρύτητα και την εξέλιξη των συμπτωμάτων. Κάθε τύπος σχετίζεται με μεταλλάξεις σε διαφορετικά γονίδια, όπως MYO7A, USH1C, CDH23, USH2A, ADGRV1 και CLRN1. Ο τύπος I είναι ο πιο σοβαρός και χαρακτηρίζεται από συγγενή βαριά βαρηκοΐα, πρώιμη εμφάνιση μελαγχρωστικής αμφιβληστροειδοπάθειας και διαταραχές ισορροπίας. Ο τύπος II εμφανίζει μέτρια έως σοβαρή απώλεια ακοής και όψιμη εμφάνιση προβλημάτων όρασης, χωρίς σημαντικές αιθουσαίες διαταραχές. Ο σπανιότερος τύπος III χαρακτηρίζεται από προοδευτική απώλεια ακοής και όρασης με μεταβλητή συμμετοχή της ισορροπίας. Η ανίχνευση της συγκεκριμένης παθολογικής μετάλλαξης επιτρέπει την κατάλληλη ταξινόμηση του τύπου και παρέχει σημαντικές προγνωστικές πληροφορίες.
Ο πλήρης γονιδιακός έλεγχος για το σύνδρομο Usher εφαρμόζεται όταν υπάρχουν συμπτώματα ενδεικτικά του συνδρόμου Usher ή οικογενειακό ιστορικό διπλής αισθητηριακής απώλειας. Η μοριακή επιβεβαίωση είναι κρίσιμη, καθώς η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την πρόσβαση σε υποστηρικτικές παρεμβάσεις όπως κοχλιακά εμφυτεύματα, οπτικά βοηθήματα και κατάλληλο εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Επιπλέον, επιτρέπει σε οικογένειες να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις αναπαραγωγής και να εντοπίσουν συγγενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο και μπορούν να επωφεληθούν από γενετική συμβουλευτική.
Όταν ανιχνεύονται παθογόνες παραλλαγές, η λειτουργία των σχετικών πρωτεϊνών διαταράσσεται, επηρεάζοντας την ανάπτυξη και τη διατήρηση κυττάρων στο έσω ους και στον αμφιβληστροειδή. Αυτές οι δυσλειτουργίες οδηγούν στα χαρακτηριστικά συμπτώματα του συνδρόμου: προοδευτική εκφύλιση των φωτοϋποδοχέων, με αποτέλεσμα τη νυκταλωπία και την απώλεια περιφερικής όρασης, που ακολουθούνται από σωληνοειδής όραση (tunnel vision) και τελικά τύφλωση, καθώς και δυσλειτουργία των τριχωτών κυττάρων στον κοχλία, που προκαλεί απώλεια ακοής ποικίλης βαρύτητας. Η σοβαρότητα και η ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη μετάλλαξη και το γενετικό υπόβαθρο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της γενετικής διάγνωσης μέσω του πλήρη γονιδιακού ελέγχου για το σύνδρομο Usher.
Η εξέταση διενεργείται σε κλινικό εργαστήριο διαπιστευμένο κατά ISO 15189 και πιστοποιημένο από CLIA και CAP, εξασφαλίζοντας την εγκυρότητα, την ακρίβεια και τη διεθνή αναγνώριση των αποτελεσμάτων.
